Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

veiled remark


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο veiled παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: remark
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: veiled, veil

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
veiled adj(wearing a veil) (πχ σε γάμο)που φοράει πέπλο περίφρ
 (πχ σε ισλαμική χώρα)που φοράει μαντίλα περίφρ
 (πιο γενικά)με καλυμμένο το πρόσωπό της περίφρ
Σχόλιο: Η απόδοση εξαρτάται από τα συμφραζόμενα.
 A mysterious, veiled woman stood at the edge of the graveyard.
veiled adjfigurative (disguised, concealed)συγκεκαλυμμένος μτχ πρκ
 The Vice President made a veiled attack on critics of the administration's foreign policy.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
veil n(gauzy face covering)πέπλο ουσ ουδ
 (μπροστά στο πρόσωπο)βέλο ουσ ουδ άκλ
 The bride wore a veil.
 Η νύφη φορούσε πέπλο.
veil n(Middle Eastern garment) (στο κεφάλι)μαντίλα ουσ θηλ
 (μπροστά στο πρόσωπο)φερετζές ουσ αρσ
 (κεφάλι και πρόσωπο)τσαντόρ ουσ ουδ άκλ
  μπούρκα ουσ θηλ
Σχόλιο: Υπάρχουν πολλοί τύποι, συνεπώς η απόδοση εξαρτάται από την εκάστοτε περίπτωση.
 Some Muslim women wear the veil.
 Μερικές μουσουλμάνες φορούν μαντίλα.
veil of [sth] nfigurative ([sth] that covers/conceals) (μεταφορικά: με γενική)πέπλο ουσ ουδ
 Internet trolls hide behind a veil of anonymity.
veil [sth/sb] vtr(cover with veil) (με πέπλο, βέλο)καλύπτω ρ μ
  σκεπάζω ρ μ
 (μεταφορικά)κρύβω ρ μ
Σχόλιο: Αν απαιτείται μεγαλύτερη ακρίβεια προστίθεται ως διευκρίνιση το μέσο με το οποίο καλύπτεται/κρύβεται κάτι.
 The bride veiled her face.
 Η νύφη κάλυψε το πρόσωπό της.
veil [sth] vtrfigurative (conceal)κρύβω ρ μ
 (μεταφορικά, καθομ)κουκουλώνω ρ μ
 William managed to veil his dislike of his work colleague.
 Ο Γουίλιαμ κατάφερε να κρύψει την αντιπάθειά του για τον συνάδελφό του.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
veil n(part of nun's headdress)μαντίλι ουσ ουδ
 (επίσημο)κουκούλιον ουσ ουδ
 The nun adjusted her veil.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
veiled | veil
ΑγγλικάΕλληνικά
veiled threat nfigurative (implication of harmful intent)συγκαλυμμένη απειλή επίθ + ουσ θηλ
 They've been making veiled threats against us for years.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση veiled remark στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «veiled remark».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!